Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ



Αναπόληση

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κι εσύ να περνάς απ’ έξω







Η Ελλάδα έχει μεγάλη ποίηση που λένε

Οι μισοί Έλληνες γράφουν ποιήματα

οι άλλοι μισοί δεν διαβάζουν τίποτα.

                            Φιλοδοξίες

Θέλω να γράψω για το φασισμό στην άσφαλτο

μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια

σαγηνευτικά και ρουμελιώτικα κοκορετσάδικα!

Θέλω να γράψω για τον έρωτα του αυτοκινήτου

μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια

μεθυσμένα κάρα μεθυσμένα κι αργοκίνητα.

Θέλω να γράψω για τους προοδευτικούς διανοούμενους

μα το μυαλό μου ταξιδεύει σε παμπάλαια

χρόνια πριν απ’ το ’20 όταν ο Βάρναλης

ήταν ωραίος μπεκρής τραμπούκος και βασιλόφρονας…

Εμείς

Πιθανόν εμείς να πέφτουμε έξω μ’ όλα αυτά τα φτηνά μας γούστα που τα πληρώνουμε πανάκριβα για τα μπουζούκια και τα παρεμφερή ωραία πράγματα…

Πιστεύω να υπάρξει ένας παράδεισος και για μας γεμάτος ανυπολόγιστα φιλιά τσιγάρα καφέδες και κρασιά κουτούκια και ταξιά έρημες μεταμεσονύχτιες πλατείες κλειστά μαγαζιά κλειστά παράθυρα κι από πίσω οι καλές γυναίκες μόνες ή με τον άντρα τους και γι’ αυτό δυο φορές μόνες…

 Αγάπες

Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος

άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές

ωραία πράγματα στον τοίχο ωραία κι ανώνυμα

παρηκμασμένα μαγαζιά έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί

τυχαία ταξίδια μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά.


Πώς μας κέρδισε μια κοπέλα

Ήρθε μια κοπέλα στο γραφείο μας το πρωί
χωρίς μπογιές στο πρόσωπο
χωρίς κακόν άνεμο στα μάτια.
Μας έφεγγε χαμόγελο αληθινής καλημέρας.
Ο προϊστάμενος της έδειξε την εξουσία του.
Η συνάδελφος την ομορφιά της που δεν είχε.
Ο συνάδελφος μια ηλιθιότητα που της συννέφιασε το πρόσωπο.
Κι η μουχλιασμένη κάμαρα
μια στεναχώρια που της κέρδισε την καρδιά.
Όμως ήταν κοπέλα που δεν ξέρει την εξουσία
που ξέρει να κυβερνάει την ομορφιά της
που συμμερίζεται την προστυχιά
μα προπαντός
ήταν κοπέλα που έμαθε με πολύ κόπο
να ξανακερδίζει την καρδιά της.
Ήταν απλώς μια εργαζόμενη κοπέλα
κι έσερνε πίσω της το μέλλον δύσκολο μα βέβαιο

Πέφτει Ουρανός

Πέφτει ουρανός στον αφαλό της νεαράς
και τον ζωγραφίζει. Τι αγοράζετε
αφαλό ή πίνακα; Η νεαρά η οποία σημειωτέον
έχει καλούτσικα πόδια αγόρασε τυρόπιττα…
Τι να είναι άραγε ο πατέρας της;
ράφτης οδηγός λεωφορείου καθηγητής πανεπιστημίου
επαγγελματίας αριστερός περιπτεράς λογιστής;
Φοράει τα γυαλιά της μόλις βγήκε λίγος ήλιος η μαϊμού
βγάζει από την τσάντα της τα γυαλάκια της και τα φοράει.
Αυτή τη στιγμή επιθυμώ ένα δωμάτιο ένα ντιβάνι ένα
τραπέζι μια καρέκλα ένα καφέ ένα νερό ένα τσιγάρο
και λίγη ακόμα φαντασία η νεαρά μπήκε στον ουρά
της αφετηρίας όπου θα τελειώσει την υπέροχη τυρόπιτά της…

Η Μαίριλυν

Μαζί με σε θυμάμαι και τον Μπελογιάννη.
Το σώμα σου είχε την παγκόσμια θέα
το σώμα σου φιλοξενούσε την παγκόσμια αγωνία
το σώμα σου το κάναμε γινάτι και ταμπούρι
το σώμα σου αγαπημένη των αγαπημένων
σαν τη ζωή όταν βγαίνει στο παζάρι
σαν τη ζωή όταν μαζεύεται το βράδυ
σαν τη ζωή όταν κυλάει από κρεβάτι σε κρεβάτι
σαν τη ζωή όταν μαχαιρώνεται μα δεν την παίρνουνε τα δάκρυα.
Το σώμα σου το φόρεσαν κονκάρδα
αυτοί που πρόδωσαν αυτοί που ξέχασαν αυτοί που πάνε
αυτοί που έχει στο στόμα τους παγώσει
το λίπος των μελό επιτάφιων λόγων
και των επίκαιρων στίχων.
Οι βιρτουόζοι
των γυναικείων λυγμών
και των ωραίων αναστεναγμών
και των μισθών και των Σας άρεσε;
Καλό δεν ήταν;… Ευχαριστώ!

Γλυκιά μου Μαίριλυν κι ακόμα πιο γλυκιά
όταν οι τίμιοι θολώνουν και σε λεν πουτάνα
γλυκιά μου Μαίριλυν μας άφησες ένα στόμα
να σεργιανάει στου κόσμου τις πληγές.

Ποίηση ανάμνηση από φίλντισι

Ποίηση
ανάμνηση από φίλντισι
περίπατος τα ξημερώματα
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού
κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού
φιλία ανάμεσα σε δυο προδοσίες
κλωνάρι που ταξιδεύει
Ποίηση
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
αριθμός 7
της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα
χαλκός χαλκοματένια χαλκοματάς
-όλα τα παλιά γυαλίζω
χρυσάφι για όλους ή για κανένα
πόλη που κυριεύτηκε άδεια μετά μακρά πολιορκία
παλιές φωτογραφίες
και μακρυμπάνι της μνήμης
πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά
φωτιά που γλιτώνει απ’ τα νερά
χαρά που γλιτώνει απ’ τα γεράματα
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
μαύρος ήλιος καλοκαιρινός
άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος
λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις






ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας Ο Θωμάς Γκόρπας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1935. Από το 1954 έζησε στην Αθήνα, από το 1975 έως το 1980 στο Παρίσι, και από το 1990 μοίραζε τον καιρό του ανάμεσα στην Αθήνα και στην Αίγινα. Έκανε μια ντουζίνα επαγγέλματα: εργάτης, λογιστής, παλαιοβιβλιοπώλης, βιβλιοπώλης, επιμελητής εκδόσεων, εκδότης (εκδόσεις Πανόραμα και εκδόσεις Έξοδος), μεταφραστής, κ.α., πριν και μετά τη λεγόμενη δημοσιογραφία (συντάκτης στον Ημερήσιο Τύπο: Ανεξάρτητος Τύπος, Μεσημβρινή, Εξπρές, Νέα Πολιτεία). Ακόμα υπήρξε συντάκτης ή αρχισυντάκτης στα περιοδικά Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο, Ρουμελιώτικη Βίγλα, Ο Λογοτέχνης, Η Τέχνη στην Αθήνα, Η Καλλιτεχνική, Πολιτικά Θέματα, Μουσικά Θέματα.

Έγραψε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και δίδαξε σε θεατρική σχολή ιστορία λογοτεχνίας και αγωγή του λόγου. Στη δεκαετία του 1950 σύχναζε στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας, στη Στοά Μαυρίδη, στο Πατάρι του Λουμίδη και στο Βυζάντιον.

Από το 1955 έως το 1967 συμμετείχε σε ομάδες που πρωτοστάτησαν για μια πρωτοπορία στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στα εικαστικά, και για την υπεράσπιση του λαϊκού τραγουδιού. Από τους πρώτους που μίλησαν και έγραψαν για τον Καραγκιόζη και το ρεμπέτικο. Το 1979 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ στην Όστια της Ρώμης. Πέθανε στην Αθήνα το 2003.

πηγή: BAKXIKON

1 σχόλιο: